Συχνές Ερωτήσεις

Τί είναι η διαμεσολάβηση?

Η διαμεσολάβηση είναι μια διαδικασία εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών, όπου δύο η περισσότερα μέρη επιχειρούν εκουσίως να επιλύσουν τη διαφορά τους με τη βοήθεια ενός τρίτου ουδέτερου, αμερόληπτου και ανεξάρτητου προσώπου, του Διαμεσολαβητή.  Αποτελεί διαρθρωμένη διαδικασία και είναι απολύτως εμπιστευτική.

Γιατί να επιλέξω τη διαμεσολάβηση?

Τα πλεονεκτήματα που προσφέρει η διαμεσολάβηση είναι τα εξής:

  • Ταχύτητα στην επίλυση της διαφοράς. Συνήθως αυτό επιτυγχάνεται σε μερικές ώρες ή μέρες. Αντίθετα, στην περίπτωση δικαστικής διαμάχης, η διαδικασία δύναται να κρατήσει αρκετά χρόνια.
  • Χαμηλότερο κόστος από μία αντιδικία. Η αμοιβή του διαμεσολαβητή, εφόσον δεν συμφωνηθεί άλλως, βαρύνει τα εμπλεκόμενα μέρη κατ΄ισομοιρία.
  • Πλήρης εμπιστευτικότητα καθ’όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και κατόπιν αυτής. Ως εκ τούτου διαφυλάττονται πληροφορίες και ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των διαδίκων.  Όσα επίσης διαμειφθούν κατά τη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικά στοιχεία σε περίπτωση που οι διάδικοι αποφασίσουν να προσφύγουν στη δικαιοσύνη και οι συμμετέχοντες στη διαμεσολάβηση δεν δύναται να εξεταστούν ως μάρτυρες.
  • Επίτευξη αμοιβαία ικανοποιητικού αποτελέσματος. Τα μέρη διαμορφώνουν τα ίδια τη συμφωνία που επιθυμούν και δεν την αναθέτουν σε έναν τρίτο, τον δικαστή, ο οποίος θα βγάλει μια απόφαση που δεν θα εξυπηρετεί ίσως κανένα από τα μέρη και η οποία εάν προσβληθεί με ένδικα μέσα, θα αυξήσει τα έξοδα και το χρόνο μέχρι την τελεσιδικία της υπόθεσης.
  • Διαφύλαξη των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκόμενων μερών. Είναι γνωστό ότι μια δικαστική διαμάχη είναι μια αρκετά ψυχοφθόρα διαδικασία και διαταράσσει τις σχέσεις μεταξύ των αντιδίκων.  Εάν εντούτοις τα μέρη διαμορφώσουν μια συμφωνία με την οποία μπορούν να ζήσουν, τότε και ικανοποιημένα θα είναι από αυτή και οι σχέσεις τους δεν θα διαταραχθούν.
  • Εκτελεστότητα της συμφωνίας. Εφ’όσον κάποιο από τα μέρη το επιθυμεί το πρακτικό της διαμεσολάβησης κατατίθεται από τον Διαμεσολαβητή στην γραμματεία του Πρωτοδικείου του τόπου όπου διεξήχθη η Διαμεσολάβηση, πράξη με την οποία το πρακτικό αποκτά ισχύ εκτελεστού τίτλου.
Ποιος ο ρόλος του Διαμεσολαβητή?

Ο Διαμεσολαβητής είναι ένα τρίτο προς τους διαδίκους, ουδέτερο, ανεξάρτητο, αμερόληπτο και κατάλληλα εκπαιδευμένο πρόσωπο, ο οποίος ορίζεται από τα μέρη ή τρίτο πρόσωπο της επιλογής τους.  Ο ρόλος του είναι να φροντίζει για την προσήκουσα διεξαγωγή της διαδικασίας λαμβάνοντας υπόψη του τα δεδομένα εκάστοτε υπόθεσης, να κατευθύνει τη συζήτηση και να διευκρινίζει τα θέματα.  Δεν είναι δικαστής και δεν ακολουθεί αποδεικτική διαδικασία, δεν κρίνει, δεν εκφέρει άποψη ούτε επιβάλλει οποιαδήποτε απόφαση.  Επιδιώκει να κάνει ερωτήσεις προς τους διαδίκους ώστε να εξελίξει τη διαδικασία και επιβάλλεται να διερευνήσει πόσο ρεαλιστικές είναι οι προσφορές, προτάσεις και παραχωρήσεις κάθε πλευράς.  Ενεργεί με βάση την αμεροληψία έναντι των μερών και μεριμνά για την ισότιμη εξυπηρέτηση όλων των μερών στο πλαίσιο της διαμεσολάβησης.  Παράλληλα διασφαλίζει ότι όλα τα μέρη έχουν επαρκή δυνατότητα συμμετοχής στη διαδικασία και τηρεί απόρρητες όλες τις πληροφορίες, οι οποίες έχουν προκύψει εκ της διαμεσολάβησης ή σε σχέση με αυτή, τόσο προς τρίτους όσο και από τον ένα διάδικο στον άλλο.  Κάθε πληροφορία που κοινολογείται στον διαμεσολαβητή από ένα μέρος δεν επιτρέπεται να κοινολογείται στα άλλα μέρη, εκτός εάν παρέχεται η σχετική συγκατάθεση.

Ποιες υποθέσεις υπάγονται σε διαμεσολάβηση?

Οι ιδιωτικές διαφορές αστικού- εμπορικού δικαίου, εφόσον τα μέρη έχουν εξουσία διάθεσης του αντικειμένου της διαφοράς.  Δύναται επίσης τα μέρη να προσφύγουν σε διαμεσολάβηση και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας μέσω της δικαστικής οδού.  Από 18 Οκτωβρίου 2018 η προσφυγή σε διαμεσολάβηση καθίσταται υποχρεωτική βάσει του ν. 4512/2018 για τις κατηγορίες που προβλέπονται σε αυτόν.

Τι προβλέπει ο νέος νόμος 4512/2018 για τη διαμεσολάβηση?

Σύμφωνα με το τελικό κείμενο του νόμου 4512/2018, η ισχύς των νέων διατάξεων είναι άμεση (από την ημερομηνία δημοσίευσης, ήτοι 17η Ιανουαρίου), πλην του άρθρου 182 περί υποχρεωτικότητας, το οποίο τίθεται σε ισχύ εννέα (9) μήνες από τη δημοσίευσή του και καταλαμβάνει τα εισαγωγικά της δίκης δικόγραφα στον πρώτο βαθμό, τα οποία κατατίθενται μετά την παρέλευση του ανωτέρω χρονικού διαστήματος των εννέα (9) μηνών.

Ποιες διαφορές υπάγονται σε διαμεσολάβηση

Σύμφωνα με το τελικό κείμενο του άρθρου 182 του Ν. 4512/2018, η υποχρεωτική υπαγωγή ιδιωτικών διαφορών στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, καθώς και η υποχρέωση ενημέρωσης από τον πληρεξούσιο δικηγόρο για αυτές, ρυθμίζεται ως εξής:

  1. Διαφορές που υπάγονται υποχρεωτικά στη διαδικασία διαμεσολάβησης.

Επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης του ενδίκου βοηθήματος, οι παρακάτω ιδιωτικές διαφορές υπάγονται στη διαδικασία της διαμεσολάβησης:

α) Οι διαφορές ανάμεσα στους ιδιοκτήτες ορόφων ή διαμερισμάτων από τη σχέση οροφοκτησίας, οι διαφορές από τη λειτουργία απλής και σύνθετης κάθετης ιδιοκτησίας, οι διαφορές αφενός ανάμεσα στους διαχειριστές ιδιοκτησίας κατ’ ορόφους και κάθετης ιδιοκτησίας και αφετέρου στους ιδιοκτήτες ορόφων, διαμερισμάτων και κάθετων ιδιοκτησιών, καθώς επίσης και διαφορές που εμπίπτουν στο ρυθμιστικό πεδίο των άρθρων 1003 έως 1031 του ΑΚ.

β) Οι διαφορές που αφορούν απαιτήσεις αποζημίωσης οποιασδήποτε μορφής για ζημίες από αυτοκίνητο, ανάμεσα στους δικαιούχους ή τους διαδόχους τους και εκείνους που έχουν υποχρέωση για αποζημίωση ή τους διαδόχους τους, όπως και απαιτήσεις από σύμβαση ασφάλισης αυτοκινήτου, ανάμεσα στις ασφαλιστικές εταιρείες και τους ασφαλισμένους ή τους διαδόχους τους, εκτός αν από το ζημιογόνο συμβάν επήλθε θάνατος ή σωματική βλάβη.

γ) Οι διαφορές από αμοιβές του άρθρου 622Α του ΚΠολΔ.

δ) Οι οικογενειακές διαφορές, εκτός από αυτές της παραγράφου 1 περιπτώσεις α΄, β΄ και γ΄ και της παραγράφου 2 του άρθρου 592 ΚΠολΔ.

ε) Οι διαφορές που αφορούν σε απαιτήσεις αποζημίωσης ασθενών ή των οικείων τους σε βάρος ιατρών, οι οποίες ανακύπτουν κατά την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας των τελευταίων.

στ) Οι διαφορές που δημιουργούνται από την προσβολή εμπορικών σημάτων, διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, βιομηχανικών σχεδίων ή υποδειγμάτων.

ζ) Οι διαφορές από χρηματιστηριακές συμβάσεις.

2.Α. Εξαιρούνται από την υποχρεωτική υπαγωγή σε διαμεσολάβηση της αμέσως προηγούμενης παραγράφου 1Α:

α) η κύρια παρέμβαση που ασκείται σε συνάφεια με το αντικείμενο των διαφορών αυτών,

β) οι διαφορές στις οποίες διάδικο μέρος είναι το Δημόσιο ή Ο.Τ.Α. ή Ν.Π.Δ.Δ.,

γ) οι διάδικοι που δικαιούνται νομικής βοήθειας κατά το ν. 3226/2004, όπως ισχύει, ή στους οποίους παρέχεται το ευεργέτημα της πενίας κατά τα άρθρα 194 και 195 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,

δ) οι δίκες οι σχετικές με την εκτέλεση,

ε) η ανακοπή των άρθρων 632 και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ,

στ) κάθε άλλη περίπτωση στην οποία δεν προβλέπεται αναστολή εκτέλεσης κατά τις κείμενες διατάξεις του νόμου,

ζ) οι διαφορές του ν. 3869/2010,

η) οι διαταγές πληρωμής,

Β. Δικαιώματα ή αξιώσεις των μερών της εν γένει διαφοράς, που δεν περιλαμβάνονται στις προαναφερόμενες περιπτώσεις, δεν υπάγονται στην, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης του ενδίκου βοηθήματος, διαδικασία της διαμεσολάβησης.

Άμα το ανεπιτυχές πέρας της διαδικασίας διαμεσολάβησης και της σύνταξης του σχετικού πρακτικού, κάθε μέρος της διαφοράς προσκομίζει αυτό στο δικαστήριο, επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης. Το ίδιο δικαίωμα έχει κάθε μέρος της διαφοράς για κάθε κεφάλαιο των απαιτήσεών του το οποίο δεν συζητήθηκε στη διαδικασία της διαμεσολάβησης από υπαιτιότητα του άλλου μέρους, καίτοι αυτό υπαγόταν υποχρεωτικά στη διαδικασία της διαμεσολάβησης ανεξαρτήτως του αποτελέσματος αυτής. Αν το ένα μέρος της διαφοράς δεν προσέρχεται στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, παρότι έχει κληθεί προς τούτο με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο ή τηλεομοιοτυπία (φαξ) ή συστημένη επιστολή, ο διαμεσολαβητής συντάσσει πρακτικό και το άλλο μέρος προσκομίζει αυτό στο Δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αγωγής ή άλλου ένδικου βοηθήματος. Στην τελευταία περίπτωση, με την απόφαση του Δικαστηρίου που επιλαμβάνεται της διαφοράς, δύναται να επιβληθεί στο διάδικο μέρος που δεν προσήλθε στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, αν και κλήθηκε προς τούτο, όπως ανωτέρω, χρηματική ποινή, η οποία δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκατόν είκοσι (120) ευρώ και μεγαλύτερη από τριακόσια (300) ευρώ, συνεκτιμωμένης της εν γένει συμπεριφοράς του στη μη προσέλευση στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και επιπλέον χρηματική ποινή μέχρι ποσοστού 0,2% επί του αντικειμένου της διαφοράς ανάλογα με την έκταση της ήττας αυτού. Οι χρηματικές ποινές του προηγούμενου εδαφίου περιέρχονται στο ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. στο οποίο κοινοποιείται με επιμέλεια του γραμματέα του Δικαστηρίου αντίγραφο της απόφασης.

Γ. Για τη διαδικασία προσφυγής στη διαμεσολάβηση εφαρμόζονται οι ρυθμίσεις της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου.

  1. Υποχρέωση ενημέρωσης από τον δικηγόρο.

Πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος οφείλει να ενημερώσει τον εντολέα του εγγράφως, για τη δυνατότητα απόπειρας διαμεσολαβητικής διευθέτησης της διαφοράς, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις προσφυγής σε διαμεσολάβηση, καθώς και για την τυχόν υποχρεωτική υπαγωγή της διαφοράς ή μέρους αυτής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης επί ποινή απαραδέκτου της συζήτησης του ενδίκου βοηθήματος. Το ενημερωτικό έγγραφο, το οποίο συντάσσεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης μετά την σύσταση και έναρξη λειτουργίας της, συμπληρώνεται και υπογράφεται από τον εντολέα και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του και κατατίθεται με το εισαγωγικό δικόγραφο της αγωγής ή άλλου ένδικου βοηθήματος επί ποινή απαράδεκτου της συζήτησής του.

  1. Διαδικασία Προσφυγής στη Διαμεσολάβηση.

Α. Για τις διαφορές της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ο δικηγόρος του αιτούμενου δικαστική προστασία υποχρεούται, ανεξάρτητα από την αξία του ένδικου αντικειμένου, να υποβάλλει σε διαμεσολαβητή από τη λίστα διαπιστευμένων διαμεσολαβητών του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αίτημα προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης, παραδίδοντάς του συμπληρωμένο ενημερωτικό έντυπο, το οποίο συντάσσεται από την Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης μετά τη σύσταση και έναρξη λειτουργίας της. Ο διαμεσολαβητής γνωστοποιεί στο άλλο ή στα άλλα μέρη το κατά τα ανωτέρω αίτημα προσφυγής στη διαδικασία της διαμεσολάβησης και συνεννοείται με αυτά για την ημερομηνία και τον τόπο διεξαγωγής της συνεδρίας διαμεσολάβησης. Η γνωστοποίηση μπορεί να γίνει εγγράφως με συστημένη επιστολή ή ηλεκτρονικά ή με κάθε άλλο νόμιμο τρόπο, αρκεί να αποδεικνύεται το περιεχόμενό της και η ημερομηνία της. Η συνεδρία λαμβάνει χώρα το αργότερο εντός δεκαπέντε (15) ημερών από την επομένη της γνωστοποίησης της αίτησης του προσφεύγοντος στο άλλο ή τα άλλα μέρη, ενώ η διαμεσολάβηση θα πρέπει να έχει ολοκληρωθεί εντός των επομένων τριάντα (30) ημερών, που εκκινούν από την επομένη της λήξης της ανωτέρω προθεσμίας. Τα μέρη δύνανται να συμφωνούν παράταση της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών για χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει τις τριάντα (30) ημέρες. Το χρονικό διάστημα από 1 έως 31 Αυγούστου δεν υπολογίζεται στις παραπάνω προθεσμίες. Τα μέρη παρίστανται υποχρεωτικά, μετά των πληρεξούσιων δικηγόρων τους πλην των περιπτώσεων των καταναλωτικών διαφορών και μικροδιαφορών.

Β. Αν δεν είναι δυνατή η φυσική παρουσία αμφοτέρων των μερών και του διαμεσολαβητή στον ίδιο τόπο και χρόνο, η συνεδρία της διαμεσολάβησης μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη διαδικασία της τηλεδιάσκεψης μέσω ηλεκτρονικού υπολογιστή ή άλλου συστήματος τηλεδιάσκεψης, στο οποίο έχει πρόσβαση το άλλο ή τα άλλα μέρη της διαφοράς. Η διαδικασία τηλεδιάσκεψης μπορεί να πραγματοποιείται και μέσω γραφείου άλλου διαπιστευμένου διαμεσολαβητή που εδρεύει στον τόπο της κατοικίας, εγκατάστασης ή έδρας του άλλου ή των άλλων μερών της διαφοράς.

Η διαδικασία της τηλεδιάσκεψης μπορεί να πραγματοποιηθεί και μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η οποία εγκρίνεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Ανάπτυξης, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ρυθμίζει κάθε αναγκαία τεχνική, διοικητική ή άλλη λεπτομέρεια.

Γ. Αν κατά την αρχική συνεδρία της διαμεσολάβησης τα μέρη της διαφοράς δεν συμφωνήσουν να προχωρήσουν σε διαδικασία διαμεσολάβησης, τότε θεωρείται ότι έχει πληρωθεί η υποχρέωση του παρόντος άρθρου και συντάσσεται πρακτικό.

  1. Η υποχρεωτική υπαγωγή στη διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν εφαρμόζεται όταν η πρόσκληση για προσφυγή σε αυτή περιλαμβάνει πρόσωπο ή πρόσωπα αγνώστου διαμονής.
  2. Σε κάθε περίπτωση, η διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν μπορεί να υπερβαίνει συνολικά τις είκοσι τέσσερις (24) ώρες, εκτός εάν τα μέρη συμφωνήσουν διαφορετικά.
  3. Αν συναφθεί συμφωνία υπαγωγής στη διαμεσολάβηση, σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του παρόντος νόμου, ακολουθείται η διαδικασία της παραγράφου 3 του παρόντος άρθρου.

Αμοιβή διαμεσολαβητή (Άρθρο 194)

  1. Η αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία των μερών.
  2. Εάν δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία, η αμοιβή ορίζεται ως εξής:

α) Για απασχόληση έως δύο (2) ωρών η ελάχιστη αμοιβή ορίζεται στα εκατόν εβδομήντα (170) ευρώ,

β) Για απασχόληση από δύο (2) ώρες και πάνω η ελάχιστη ωριαία αμοιβή ορίζεται στα εκατό (100) ευρώ.

Τα ποσά των περιπτώσεων α΄ και β΄ μπορούν να αναπροσαρμόζονται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

  1. α) Αν η διαφορά της περίπτωσης δ΄ της παρ. 1Α του άρθρου 182 αφορά διατροφή, ο υπόχρεος της διατροφής καταβάλλει στον διαμεσολαβητή ελάχιστη αμοιβή ποσού εκατόν εβδομήντα (170) ευρώ. Τυχόν επιπλέον αμοιβή καταβάλλεται με ελεύθερη συμφωνία των μερών.

β) Στις διαφορές του άρθρου 466 και στις ειδικές διαδικασίες ΚΠολΔ η ελάχιστη αμοιβή του διαμεσολαβητή ορίζεται στο ποσό των πενήντα (50) ευρώ.

Αν στις περιπτώσεις α΄ και β΄ η διαφορά αχθεί ενώπιον του δικαστηρίου και εφόσον ο υπόχρεος νικήσει εν όλω ή εν μέρει, το καταβληθέν ποσό της ελάχιστης αμοιβής, αναζητείται κατά τις διατάξεις των άρθρων 176 επ. ΚΠολΔ., λογιζόμενο ως δικαστικό έξοδο.

  1. Ο διαμεσολαβητής οφείλει να παρέχει στα μέρη πλήρη ενημέρωση για τον τρόπο αμοιβής του.

Αναλυτικά οι διατάξεις για τη διαμεσολάβηση βρίσκονται στα άρθρα 178 έως 2016 του Νόμου.

Ποιοι μπορούν να υποβάλλουν αίτηση στον εξωδικαστικό μηχανισμό?

Όλων των ειδών οι επιχειρήσεις (ατομικές, μικρές, μεγάλες) μπορούν να ενταχθούν στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών εφόσον κριθούν επιλέξιμες και βιώσιμες. Αυτό σημαίνει πως χρειάζεται να έχουν θετική χρήση σε μια τουλάχιστον από τις τρεις πριν την υποβολή της αίτησης. Παράλληλα, μπορούν και επιχειρήσεις που έχουν διακόψει τη δραστηριότητά τους αλλά έχουν προβεί σε δήλωση επανέναρξης. Αρκεί οι οφειλές του να είναι από 20.000 ευρώ και άνω.

Ποιες οι προϋποθέσεις για την υποβολή μιας επιχείρησης στον εξωδικαστικό;

Από τη στιγμή που μια επιχείρηση θεωρείται βιώσιμη μπορεί να προχωρήσει στην κατάθεση σχετικής αίτησης εφόσον πληροί μια από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

  • να έχει οφειλές από δάνειο ή άλλη αιτία σε τράπεζα με καθυστέρηση τουλάχιστον 3 μηνών, κατά την 31/12/2016
  • να έχει οφειλές από δάνειο ή άλλη αιτία σε τράπεζα που ρυθμίστηκε μετά την 1 η Ιουλίου 2016
  • να έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τις Εφορίες
  • να έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές προς φορείς κοινωνικής ασφάλισης
  • να έχει εκδώσει επιταγές που σφραγίστηκαν
  • να έχουν εκδοθεί διαταγές πληρωμής ή δικαστικές αποφάσεις εις βάρος της, λόγω ληξιπρόθεσμων απαιτήσεων από τρίτους (π.χ. προμηθευτές κλπ).
Ποιες οφειλές μπορούν να ρυθμιστούν;

Όλες ανεξαιρέτως οι οφειλές προς τραπεζικά ιδρύματα και ιδιώτες, όπως επίσης και οι οφειλές προς το Δημόσιο (εφορία και ασφαλιστικά ταμεία).

Οι ελεύθεροι επαγγελματίες μπορούν να υπαχθούν στις διατάξεις του εξωδικαστικού;

Οι ελεύθεροι επαγγελματίες μπορούν να υπαχθούν σε έως 120 δόσεις μόνο όμως για οφειλές προς την Εφορία και τα Ασφαλιστικά Ταμεία, όχι δηλαδή προς τις τράπεζες. Το ύψος των οφειλών μπορεί να είναι έως 50.000 ευρώ. Σε κάθε περίπτωση υπάρχει η δυνατότητα προσφυγής και στο νόμο Κατσέλη - εφόσον δεν υπάρχει πτωχευτική ικανότητα.

Πώς θα ρυθμίζονται οι οφειλές;

Οι ρυθμίσεις των χρεών των επιχειρήσεων θα γίνονται με:

  • μειώσειςεπιτοκίων,
  • επιμήκυνσητης περιόδου αποπληρωμής
  • ακόμα και διαγραφήμέρους της οφειλής.
Πώς θα επικυρώνεται η συμφωνία;

Από τη στιγμή που τα μέρη έρθουν σε συμφωνία, θα υπογράψουν το σχετικό πρακτικό- σύμβαση αναδιάρθρωση οφειλών και να προχωρήσουν στην υλοποίησή της. Ωστόσο, παρέχεται και η δυνατότητα επικύρωσης από το δικαστήριο.

Χρειάζομαι σφραγίδα της Χάγης - Apostille;

Η σφραγίδα της Χάγης χορηγείται σε πρωτότυπα δημόσια έγγραφα ή σε ακριβή αντίγραφα της εκδούσας αρχής τα οποία έχουν ισχύ πρωτοτύπου και βεβαιώνει τη γνησιότητα της υπογραφής και την ιδιότητα με την οποία ενήργησε ο υπογράφων το έγγραφο, ώστε τα έγγραφα να καταστούν έγκυρα για χρήση στις χώρες που έχουν υπογράψει τη σχετική σύμβαση.

Θα χρειαστεί να επικοινωνήσετε με το φορέα στον οποίο θα καταθέσετε τα έγγραφα για να επιβεβαιώσετε εάν πρέπει τα έγγραφά σας να έχουν τη σφραγίδα της Χάγης. Εάν πράγματι χρειάζεται, θα πρέπει να μας προσκομίσετε τα έγγραφα που θέλετε να μεταφράσετε αφότου λάβετε τη σφραγίδα της Χάγης.

Για πληροφορίες σχετικά με τη χορήγηση της σφραγίδας της Χάγης, μπορείτε να απευθυνθείτε:

Request a call back

Our experts are highly experienced in the fields of mediation, banking and properties and will help you find solutions in any of your problems.